Παναγιώτης Γρηγορίου: Απ’ το σκοτάδι, στο φως

Όλα ξεκίνησαν από αυτό: η επιτυχία του Παναγιώτη Γρηγορίου στο Drift, απέναντι σε αρτιμελείς συναθλητές, δεν θα ήταν απλώς ένα επίτευγμα του μηχανοκίνητου αθλητισμού – αλλά κάτι πολύ πέρα και μακριά από αυτόν. Θα ήταν ένα μήνυμα ευρύ, ενδοσκοπικό, και η M3 E36 του θα ήταν απλά ένα όχημα πάνω στο οποίο το μήνυμα θα αναβόσβηνε, μέσα από τον καπνό των ελαστικών κάθε πλαγιολίσθησής της.

Ο Παναγιώτης Γρηγορίου είναι Πρωταθλητής Ελλάδας 2018. Κατέκτησε τον τίτλο της κατηγορίας Street Legal στο Drift 23 χρόνια από την ημέρα που βγήκε κινητικά ανάπηρος από ένα εφιαλτικό χειρουργείο σε ηλικία 13 ετών, πέντε χρόνια μετά το τέλος μιας αδυσώπητης πενταετίας χειρουργείων, πολύμηνων περιόδων κατάκλισης και σοβαρού ζωτικού κινδύνου, στον μόλις τρίτο χρόνο από τότε που άρχισε τους αγώνες, και λιγότερο από δύο μήνες μετά από μια εξαιρετικά επικίνδυνη και οδυνηρή χειρουργική επέμβαση το Φθινόπωρο.

Ήταν κατακλυσμιαία η συρροή μηνυμάτων που λάμβανε στο νοσοκομείο, εκείνες τις μέρες του Σεπτεμβρίου, ο «Σπινεράκος». Παραμονές του αγώνα της Ζακύνθου, ο Παναγιώτης ήταν επικεφαλής του πρωταθλήματος και -με κάθε σεβασμό στους συναθλητές του- πλημμυρίστηκε από μηνύματα ασύλληπτα μεγάλου πλήθους φίλων του Drift, οι οποίοι μοιράζονταν ένα κοινό αίσθημα.

[ΟΜΑΕ]:Ένα αίσθημα, ίσως, ότι θα ήταν πολύ κρίμα να χανόταν για εξωαγωνιστικό λόγο μια τόσο μεγάλη προσπάθεια;

[Π. Γρηγορίου:] «Ναι, και μεταξύ φίλων που το συζητούσα τους έλεγα ότι προτιμούσα να τρέξω και να χάσω από τους συναθλητές μου, που είναι όλοι εξίσου καλοί, παρά να χάσω από εξωαγωνιστικούς παράγοντες. Θα ήταν απίστευτο κρίμα. Δεν ήξερα αν θα έτρεχα. Αλλά η σκέψη και μόνο να τρέξω, και να διεκδικήσω το πρωτάθλημα, βοήθησε στην ανάρρωσή μου. Έψαχνα να βρω τρόπους να ‘ντοπάρω’ τον εαυτό μου, ώστε να επανέλθω πιο γρήγορα.

Όλα πήγαν καλά όμως! Ξέρεις, τόσα χρόνια όλα γίνονται με το δύσκολο τρόπο, για μένα. Οπότε, από μια άποψη είμαι και συνηθισμένος, και είπα ότι εντάξει, έτσι έπρεπε να γίνει. Έχει κι άλλη ‘χάρη’, αν μπορώ να το πω έτσι, για το μήνυμα που περνάει προς τα έξω, πέραν του αγωνιστικού… Διότι υπήρξε κόσμος που μοιραζόταν την αγωνία του μαζί μου, αν θα κατάφερνα να τρέξω. Κι έβλεπα μετά την χαρά τους, ότι τα κατάφερα, ότι ανάρρωσα πιο γρήγορα κι ότι δεν το έβαλα κάτω. Ακόμα κι αυτό, σε κάποιους λειτούργησε πολύ θετικά.»


«Στο logo που υπάρχει στο πίσω μου τζάμι, στις δύο λέξεις, το unable και το impossible, που σημαίνει ανίκανος και αδύνατο, αν σβήσεις τα πρώτα συνθετικά γίνεται ικανός και δυνατό. Αυτό είναι το μήνυμα: όταν θέλεις, και προσπαθείς πραγματικά, μπορείς να κάνεις το αδύνατο, δυνατό.»

«Προτιμούσα να τρέξω και να χάσω από τους συναθλητές μου, που είναι όλοι εξίσου καλοί, παρά να χάσω από εξωαγωνιστικούς παράγοντες. Θα ήταν απίστευτο κρίμα. Δεν ήξερα αν θα έτρεχα. Αλλά η σκέψη να τρέξω, και να διεκδικήσω το πρωτάθλημα, βοήθησε στην ανάρρωσή μου.»

Μπορείς να βάλεις σε λόγια αυτό που ένιωσες εκείνη την Κυριακή, στη Σπάρτη, όταν έγινες Πρωταθλητής Ελλάδας;
«Το Σάββατο ήμουν πολύ αγχωμένος, γιατί αντιμετώπιζα ένα πρόβλημα με το αυτοκίνητο – είχε ένα θέμα στο κιβώτιο και ήταν να μην τρέξω, αλλά ευτυχώς την τελευταία στιγμή δανείστηκα ένα διαγνωστικό που ευτυχώς είχε ο [Τάσος] Χάρκας μαζί του κι έσβησα κάποιες βλάβες που είχε μέσα το σασμάν. Κι επίσης, διότι και η πίστα ήταν δύσκολη και γλιστρούσε λόγω της βροχής. Κάποια στιγμή, το βράδυ του Σαββάτου, έβαλα τις βαθμολογίες κάτω και είδα πως ό,τι κι αν γινόταν το είχα πάρει το πρωτάθλημα, παρότι δεν είχα τρέξει στη Ζάκυνθο, διότι η προκήρυξη της ΟΜΑΕ γράφει ότι προσμετρούν οι τέσσερις καλύτεροι αγώνες σου. Εγώ νόμιζα ότι προσμετρούσαν οι πέντε καλύτεροι, αλλά αυτό ήταν για την [κατηγορία] Pro.

Αυτό από τη μία με καθησύχασε, αλλά την Κυριακή δεν είχα τον ίδιο ενθουσιασμό. Όχι, βέβαια, πως δεν το χάρηκα! Αλλά ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει, για να σου πω την αλήθεια. Ίσως να φταίει κι ότι έφυγα από τη Σπάρτη με άδεια χέρια, διότι ήταν ο πρώτος αγώνας φέτος που δεν πήρα κύπελλο. Γι’ αυτό έχω αγωνία για την απονομή – ίσως εκεί να συνειδητοποιήσω ότι έχω πάρει το πρωτάθλημα! Οι φίλοι μου, να φανταστείς, με φωνάζουν πρωταθλητή, και τους λέω ‘εντάξει, παιδιά, μη με δουλεύετε, αφήστε το’. Δεν το έζω ζήσει – ακόμα.»

Πρέπει να είναι τρομερό το συναίσθημα της δικαίωσης…
«Ναι, όταν τα βάζω ψύχραιμα κάτω αισθάνομαι πολύ περήφανος, ήταν δικαίωση για μένα, για όλα όσα στερήθηκα τόσα χρόνια. Αλλά ήταν και μια δικαίωση και για τους ανθρώπους που είχα δίπλα μου, κυρίως το Θωμά και το Νικόλα Παπαπάσχο, που από το πουθενά μου έμαθαν να οδηγώ κι ένιωθα ότι όφειλα να τους κάνω περήφανους. Γιατί κι εκείνοι έκαναν μια επιλογή, βοήθησαν έναν άγνωστο, οπότε ήθελα και γι’ αυτούς να πάω καλά και να πετύχω. Και θα συνεχίσω, γιατί τους χρωστάω τα πάντα.»

«Όταν ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο, ο κόσμος δεν ήξερε ότι οδηγεί κάποιος κινητικά ανάπηρος. Άρα, η αντιμετώπιση ήταν σαν ίσος προς ίσο. Αυτό μου άρεσε. Διότι είχα κουραστεί τη λύπηση – ο Έλληνας έχει μια γενικότερη άγνοια γι’ αυτά τα θέματα, έχει έλλειψη παιδείας.»

Πότε και πώς ξεκινά το ενδιαφέρον σου για το motorsport;

«Το ενδιαφέρον για το motorsport ξεκινά από την ηλικία των 18-19, όταν πήρα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Κι ο λόγος ήταν ο εξής: όταν ξεκίνησα να οδηγώ, είδα ότι η αντιμετώπιση του κόσμου απέναντί μου ήταν σαν ίσος προς ίσο – ενώ τόσα χρόνια, μικρότερος, όντας στην καρέκλα, ο κόσμος με κοιτούσε περίεργα, με λύπηση. Όταν όμως ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο, δεν ήξεραν ότι οδηγεί κάποιος κινητικά ανάπηρος. Άρα, η αντιμετώπιση ήταν σαν ίσος προς ίσο. Αυτό μου άρεσε. Διότι είχα κουραστεί τη λύπηση – ο Έλληνας έχει μια γενικότερη άγνοια γι’ αυτά τα θέματα, έχει έλλειψη παιδείας. Αυτό, κι ας μην είναι κακοπροαίρετο, στο μεταφέρει και μπορεί να σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα, πόσω μάλλον αν είσαι σε εφηβική ηλικία. Έτσι λοιπόν, όταν άρχισα να αισθάνομαι άνετα μέσα στο αυτοκίνητο, ήθελα να ασχοληθώ με αυτό πιο σοβαρά. Συν το γεγονός ότι από πιο μικρός είχα το ‘μικρόβιο’ του πρωταθλητισμού, κάνοντας στίβο και παίζοντας μπάσκετ σε διάφορες ομάδες.

Στην αρχή ήταν δύσκολο: δεν είχα τις γνώσεις, δεν είχα σωστούς ανθρώπους δίπλα μου, ενώ κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι ήθελα να ασχοληθώ και μου έφαγαν πολλά λεφτά. Κάποια στιγμή, στα 26-27 μου, πήρα το πρώτο μου πισωκίνητο αυτοκίνητο, και τότε άρχισε να μου αρέσει η αίσθηση της πλαγιολίσθησης. Μέχρι τότε είχα ένα προσθιοκίνητο, και σχεδόν κάθε βράδυ έκανα την Ανάβαση Ριτσώνας που είναι πέντε λεπτά από το σπίτι μου. Όμως, τότε η αίσθηση της πλαγιολίσθησης μου άρεσε πολύ περισσότερο από την αίσθηση του βουνού, της ιδανικής γραμμής.

Ξεκίνησα, λοιπόν, να φτιάχνω ένα πισωκίνητο αυτοκίνητο, κι αυτό εξελίχθηκε λίγο άσχημα διότι έδωσα πολλά λεφτά και κατέληξα να πάρω δάνειο και παρόλα αυτά το αυτοκίνητο δεν φτιάχτηκε ποτέ. Παράλληλα, αντιμετώπιζα κάποια σοβαρά θέματα υγείας -εξαιτίες μολύνσεων στα πόδια- και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος ακόμα και να χάσω τη ζωή μου. Έτσι, βρέθηκα σε αρκετά δύσκολη οικονομική κατάσταση, και μετά από όλα τα χρήματα που είχα δώσει για το αυτοκίνητο, μέσα σε ένα βράδυ μου το πήρανε για ψίχουλα οι ίδιοι άνθρωποι με τους οποίους υποτίθεται ότι θα το φτιάχναμε μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν μέσα στο νοσοκομείο που βρισκόμουν, καθώς δεν μπορούσα να βγω, να πεισμώνω περισσότερο. Τότε, στα 31 μου περίπου, έκανα την κίνηση και πήρα αυτό το γνωστό μπλε Ε36 Μ3, με αυτόματο σειριακό σασμάν.»

«Στη Γερμανία μου έδειξαν ότι η ζωή συνεχίζεται, ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα. Ίσως με διαφορετικό τρόπο, αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα – κι αυτό έγινε η φισολοφία της ζωής μου, από τότε.»

Η αναπηρία πότε προέκυψε;

«Η αναπηρία μου προέκυψε στα 13, ουσιαστικά. Όταν ήμουν 9 χρονών, κι ενώ είχα γεννηθεί φυσιολογικά και μεγάλωσα φυσιολογικά, εμφανίστηκε στη μέση μου ένα λίπωμα μηνιγγοκήλης. Οι γιατροί είπαν ότι έπρεπε να αφαιρεθεί, κι έτσι έκανα το χειρουργείο σ’ εκείνη την ηλικία, 9 ετών. Οι προχειρουργικές και μετεγχειρητικές εξετάσεις, όμως, ήταν πανομοιότυπες: παρότι είχε γίνει η επέμβαση, το λίπωμα φαινόταν να μην έχει αφαιρεθεί. Σηκώθηκα από το χειρουργείο, και περπατούσα με αστάθεια.

Το επόμενο διάστημα η ζωή μου περιλάμβανε μόνο φυσιοθεραπείες, κολύμβηση και γυμναστική για ενδυνάμωση των κάτω άκρων. Άλλαξα γιατρό, και ήταν και αυτός της άποψης ότι έπρεπε να ξαναμπώ στο χειρουργείο για να αφαιρεθεί το λίπωμα. Έτσι, ένα μήνα πριν μπω στα 13 μου, και ενώ παρακολουθούσε την εξέλιξη και την ανάπτυξή μου, αποφάσισε ότι έπρεπε να γίνει χειρουργείο. Έκτοτε δεν περπάτησα ξανά. Δεν έμαθα ποτέ τι έγινε στο χειρουργείο. Ο γιατρός ποτέ δεν μου έδωσε μια σαφή απάντηση.

Στα 17 με 18 μου είχα την τύχη να πάω στη Γερμανία, σ’ ένα κέντρο αποκατάστασης. Εκεί μου είπαν ότι δεν επρόκειτο να ξαναπερπατήσω, καθώς είχαν κοπεί και τα κεντρικά και τα περιφερειακά νεύρα. Αλλά, όπως είπα, είχα την τύχη να με εκπαιδεύσουν εκεί στον τρόπο με τον οποίο μπορούσα να ζω αυτόνομος, πια, στην καρέκλα. Από το πώς να στρώνω το κρεβάτι μου, μέχρι το πώς να μιλάω στις γκόμενες. Πέρασα 4-5 μήνες εκπαίδευσης, στη Γερμανία, κι έπειτα γύρισα – σαν ‘spinner’, πια, – Spinner G, όπως είναι το παρατσούκλι μου, που θα πει τρελός Έλληνας! Γιατί οι Γερμανοί μου έδειξαν ότι η ζωή συνεχίζεται, ότι μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, μπορείς ουσιαστικά να κάνεις τα πάντα. Ίσως με διαφορετικό τρόπο, αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα – κι αυτό έγινε η φισολοφία της ζωής μου, από τότε.»

«Αν εγώ καταφέρω, μέσα από το χώρο αυτό, να κάνω τους ανθρώπους να μην αντιμετωπίζουν έναν άνθρωπο κινητικά ανάπηρο με οίκτο ή λύπηση, γιατί θα έχουν εμένα σαν εικόνα στο πίσω μέρος του μυαλού τους, που συναγωνίζομαι αρτιμελείς αντιπάλους οδηγώντας τίμια και ισάξια, θα αλλάξει και γενικότερα η εικόνα που έχει ο Έλληνας για τους ανθρώπους σαν εμένα.»

Άρα, κλείνοντας την παρένθεση, γυρνάμε στα 31 σου και στο μπλε Μ3…

«Ναι. Τότε έψαχνα απεγνωσμένα τρόπους να μπω στο χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Κάποια στιγμή, ήρθαμε στο Σέσι με τον Τάκη Σκαλτσά και μ’ ένα γκρουπάκι που έκλεισε μέσω facebook -κι αυτός είναι ένας λόγος που αγαπάω το facebook- και μια φίλη τότε τράβηξε ένα βιντεάκι που έκανα γύρω-γύρω από κάτι λάστιχα, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο με μετατροπή και τα χειριστήρια όλα στα χέρια.

Αυτό το βιντεάκι η φίλη μου το έστειλε σε μια δημοσιογράφο, γνωστή της, στο κανάλι Star, αν ενδιαφερόταν να έκανε κάποιο θέμα. Με κάλεσαν από την ομάδα της εκπομπής της Τατιάνας Στεφανίδου, και μου είπαν ότι δεν ήταν μεν κάποιο θέμα για το ύφος της εν λόγω εκπομπής, αλλά μπορούσαν να με συστήσουν σε έναν δημοσιογράφο που θα ενδιαφερόταν. Έτσι, μου σύστησαν τον Μανώλη Σαλούρο (σ.σ.: του περιοδικού «4Τροχοί»), ο οποίος με κάλεσε μετά από 2-3 μέρες και μου είπε ότι έτσι κι αλλιώς είχαν σκοπό να κάνουν ένα θέμα και με τον Μάκη Καλαρά -ένα παλικάρι που ασχολείται με τους Παραολυμπιακούς Αγώνες- που είχε φέρει μια αποσπώμενη μετατροπή για γκάζι-φρένο.

Όταν βγήκε το θέμα στους «4 Τροχούς», επειδή ουδιαστικά εγώ ακόμα τότε δεν ήξερα να ντριφτάρω, ο Μανώλης Σαλούρος μου συνέστησε το Driving Academy και το Θωμά Παπαπάσχο. Γνωρίστηκα με το Θωμά, και εκεί ανέλαβαν να μου μάθουν να ντριφτάρω – και, ουσιαστικά, να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Κι, έτσι, ξεκίνησε όλο αυτό. Με εντατικές προπονήσεις, σιγά σιγά, συμμετείχαμε σε κάποια events, σε κάποια track days, και αρχίσαμε να εξελίσσουμε λίγο το αυτοκίνητο. Τότε ήταν εντελώς γνήσιο, και αφότου άρχισα να μαθαίνω την τεχνική, φτιάξαμε μια ολόκληρη πατέντα για το χειρόφρενο, που είναι πολύ σημαντικό για τους αγώνες drift.»

Πώς λειτουργεί αυτή η πατέντα;

«Ουσιαστικά το χειρόφρενο είναι ηλεκτρο-πνευματικό. Στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου έχω ένα κομπρεσέρ αέρα και υπάρχει μια ‘φούσκα’ η οποία όποτε πατάω εγώ το κουμπί δίνεται η εντολή και πιέζει το εμβολάκι του χειροφρένου και μπλοκάρει τους τροχούς. Κάτω από το τιμόνι υπάρχει η απλή μοχλική μετατροπή για γκάζι-φρένο: όταν τραβάς το μοχλό δίνει γκάζι και όταν το πιέζεις προς τα κάτω είναι φρένο. Εκεί πάνω έχουμε βάλει το κουμπί του χειροφρένου. Έχουμε βρει την εντολή του συμπλέκτη, παρότι είναι πολύ παλιό το αυτοκίνητο, ώστε να μην φρενάρει το μοτέρ την ώρα που δένω – δηλαδή, την ώρα που πατάω το κουμπί για το χειρόφρενο, το αυτοκίνητο συμπλεκτάρει. Επίσης, πάνω στο μοχλικό έχουμε περάσει και τις εντολές συν-πλην, να ανεβάζει ή να κατενάζει ταχύτητα. Οπότε έχει γίνει λίγο σαν χειριστήριο του Playstation!»

Πώς συνδυάζεις τις κινήσεις σου με το τιμόνι;

«Το δεξί μου χέρι είναι πάντα στο τιμόνι, δεν το αφήνω για κανέναν λόγο, και όλες τις λειτουργίες τις έχω στο αριστερό. Με βάση τα δεδομένα, σ’ ένα παλιό αυτοκίνητο, με παλιό εγκέφαλο που δεν θα μπορούσε να συνεργαστεί, αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει. Βέβαια, με το σασμάν που έχω, όταν είμαι ‘διπλωμένος’ δεν μπορώ ούτε να ανεβάσω ούτε να κατεβάσω ταχύτητα – αναγκαστικά παίζω με μία ταχύτητα στο κιβώτιο. Θα δέσω με 3η, θα ξεκινήσω το πέρασμα με 3η και θα τελειώσω με 3η. Αυτό δυσκολεύει πολύ το έργο – όπως και το γεγονός ότι δεν μπορώ να συμπλεκτάρω άμα μείνω από δύναμη. Τη μία τη δέχεται ο εγκέφαλος, αλλά αν του δώσω άλλη μια παθαίνει ‘εγκεφαλικό’! Οπότε, είναι περιορισμένο.»

Πόσο χρόνο χρειάστηκες για να εξοικειωθείς με αυτό το σύστημα;

«Ουσιαστικά έμαθα να οδηγώ με το μοχλικό σύστημα για γκάζι-φρένο. Το πρώτο αυτοκίνητο που πήρα στα 18 είχε αυτό το σύστημα. Αυτό μου ήταν εντελώς φυσικό. Από εκεί και πέρα, κάνοντας μαθήματα και εντατικές προπονήσεις, μου ήρθε πολύ φυσικά η εξέλιξη αυτής της μετατροπής ώστε να το φτάσω στο σημείο να με βολεύει τόσο πολύ. Μου είναι λοιπόν φυσιολογικό, αλλά πρέπει να πω βέβαια πως όταν κάνεις πρωταθλητισμό βλέπεις ότι κάπως υστερεί όλο αυτό.»

«Να σου πω κάτι; Είναι δίκοπο μαχαίρι. Έχεις δύο επιλογές. Ή προχωράς, με όραμα και στόχους και παλεύεις για σένα και βοηθώντας τον εαυτό σου βοηθάς κι άλλους ανθρώπους. Ή αυτοκτονείς εγκεφαλικά, μιζεριάζεις, απαιτείς, δεν κάνεις τίποτα, και λες ότι ο θεός σου χρωστάει και μου χρωστάτε όλοι τριγύρω και γίνεσαι ένας κακός ανάπηρος.»

Πόσο δύσκολη ήταν η διαδρομή από το ξεκίνημα της καριέρας σου, μέχρι να κερδίσεις τον πρώτο σου αγώνα, νωρίς το 2018;

«Ήταν πολύ δύσκολο, διότι το να οδηγείς για μια βόλτα δεν έχει καμία σχέση με την αγωνιστική οδήγηση. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι όντας ανάπηρος από τη μέση και κάτω, δεν έχεις καθόλου έλεγχο της μέσης σ’ ένα άθλημα που έχει να κάνει με την πλαγιολίσθηση – και πρέπει να έχεις απίστευτη αίσθηση ανά πάσα στιγμή του αυτοκινήτου. Εγώ αυτή την αίσθηση ουσιαστικά την έχω από το θώρακα και πάνω. Από εκεί ελέγχω το αυτοκίνητο. Γι’ αυτό και στο τέλος του αγώνα πονάω στις κλείδες μου, γιατί δένομαι τόσο σφιχτά που γίνομαι ένα με το κάθισμα και να έχω την αίσθηση του αυτοκινήτου. Αυτό είναι που το κάνει, στην ουσία, δύσκολο. Ούτε μπορώ να κοντράρω με τα πόδια ή με τη μέση, ώστε να αισθάνομαι πιο σίγουρος. Από εκεί και πέρα όλα είναι θέμα προπόνησης και αντίληψης.

Εντάξει, μπήκα λίγο μεγάλος, δεν είμαι 18 χρονών για να είμαι σαν σφουγγάρι, ούτε έχω και την τρέλα που μπορεί να έχει ένας δεκαοκτάχρονος, είμαι 36 χρονών πλέον, υπάρχει ο φόβος μην χτυπήσεις το αυτοκίνητο -διότι δεν προέρχομαι από το χώρο του μηχανοκίνητου και η οικογένειά μου δεν έχει καμία σχέση κι εμένα η δουλειά μου επίσης είναι άσχετη- και καταλαβαίνετε ότι είναι μια προσπάθεια εκ των πραγμάτων δύσκολη. Αρκεί να πω ότι για να κάνω προπόνηση πρέπει να φύγω από τη Χαλκίδα, να έρθω στο Κορωπί να πάρω το αυτοκίνητο, να πάω στην Ελευσίνα ή στο Ελληνικό, να κάνω προπόνηση, να φέρω πίσω το αυτοκίνητο στο Κορωπί και μετά να γυρίσω πάλι στη Χαλκίδα. Κι εκ των πραγμάτων εγώ χρειάζομαι πάντοτε έναν άνθρωπο μαζί μου. Άρα, δεν είναι εύκολες όλες αυτές οι διαδικασίες, λειτουργικά.

Αλλά δεν θέλω να στέκομαι στις δυσκολίες. Ίσως κι ένας λόγος για τον οποίο ξέσπασα τόσο έντονα στο βάθρο (σ.σ.: της πρώτης του νίκης, στον 1ο γύρο του Πρωταθλήματος Drift 2018 στο Λουτράκι) να ήταν και η δικαίωση. Γιατί όταν θέλεις 400 χιλιόμετρα για να κάνεις προπόνηση, και στο ενδιάμεσο για να ετοιμάσεις τα λάστιχα κ.λπ. άλλα τόσα… Δηλαδή, τις καθημερινές αμέσως μόλις τελειώνω τη δουλειά μου φεύγω, παίρνω έναν καφέ, έρχομαι στο Κορωπί, ζαντάρω, ετοιμάζω τα πράγματα, παίρνω τα άλλα λάστιχα, τα πάω στον λαστιχά, και γυρίζω στη Χαλκίδα – όλες αυτές τις δουλειές τις κάνω μόνος μου. Όσο μπορούν οι άνθρωποι που είναι δίπλα μου με βοηθούν. Αλλά οι αποστάσεις είναι μεγάλες, και είναι και πολλά τα έξοδα – γιατί όλη αυτή η προσπάθεια ουσιαστικά γίνεται με έναν μισθό. Και για να δίνω τόσα πολλά χρήματα για βενζίνες ή για τους αγώνες, στερούμαι πολλά πράγματα. Είναι επιλογή μου, βέβαια, δεν το λέω με παράπονο.»

Αυτό το επίπεδο αφοσίωσης νομίζω είναι και μονόδρομος, σωστά;

«Ναι, το άλφα και το ωμέγα είναι η προπόνηση. Συν ότι είμαι την άποψης ότι δεν μπορώ ποτέ να πω ότι ‘είμαι καλός οδηγός’. Δεν πρόκειται ποτέ να το πω αυτό, γιατί η αγωνιστική οδήγηση αποτελείται από τόσους παράγοντες, και υπάρχουν τόσες μεταβλητές, που μόνο κάνοντας διαρκή προπόνηση -και με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες- μπορείς να προχωρήσεις. Ακόμα και στην ψυχολογία, αν δεν έχεις τόσο καλή ψυχολογία, η προπόνηση είναι σχολείο, ώστε να μάθεις τις αντιδράσεις σου – διότι αυτό μπορεί να σου τύχει και στον αγώνα. Πρέπει να ξέρεις πώς πρέπει να αντιδράς, αν όχι για να φέρεις το καλό αποτέλεσμα, τουλάχιστον για να μην κάνεις ζημιά. Και εξάλλου είναι και επίφοβο να τρέξεις χωρίς καλή ψυχολογία. Αλλά, όπως είπες, είμαι δωσμένος εκεί. Το Drift είναι ο πυρήνας, και γύρω βρίσκονται όλα τα υπόλοιπα, έτσι έχω δομήσει τη ζωή μου και με γεμίζει. Τις χαρές που μου έχει δώσει ο μηχανοκίνητος τα τελευταία 3 χρόνια δεν τις έχω ξαναζήσει ποτέ.»

Ήταν δύσκολο να βρεις την αυτοπεποίθηση για να φτάσεις μέχρι εδώ;

«Ναι, αρκετά. Βέβαια είναι πολλοί οι παράγοντες που χρειάζονται για να κάνεις κάτι. Αλλά, όσο κι αν ακουστεί κλισέ, ο σημαντικότερος είναι να έχεις αρχικά έναν στόχο. Και να ξέρεις πραγματικά τι θέλεις. Εγώ από μικρός είχα την εξής φιλοσοφία: όλοι όσοι είμαστε υπό καθεστώς αναπηρίας, ειδικά στην Ελλάδα, παλεύουμε για την ισότητα. Ο μόνος τρόπος για να πετύχεις την ισότητα είναι να ‘κοντράρεις’, να συναγωνίζεσαι, αρτιμελείς ανθρώπους. Γι’ αυτό και δεν επέλεξα κάποιο άθλημα όπως π.χ. το μπάσκετ με αμαξίδιο ή κολύμβηση, όπου θα συναγωνιζόμουν ανθρώπους με την ίδια αναπηρία με εμένα. Νομίζω ότι ‘γκετοποιείται’ λίγο η φάση με αυτό τον τρόπο».

Θα πρέπει, όμως, να βρέθηκες έτσι σε μια αρκετά δύσκολη απομόνωση…

«Ναι, σαφώς έτσι γίνεται πιο δύσκολη η προσπάθεια, γιατί είσαι μόνος σου, είσαι ένας εναντίον όλων – αν και, βέβαια, η οικογένεια του motorsport με έχει υποδεχθεί πολύ θερμά, και δεν έχω κανένα παράπονο. Αλλά, όπως και να το κάνεις, ήρθα από το πουθενά και συμμετέχω σε ένα Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, κι αυτό για μένα είναι μια μεγάλη επιτυχία διότι σε όλο τον κόσμο είναι μετρημένοι στα δάχτυλα όσοι έχουν αναπηρία και ακολουθούν το Πρωτάθλημα της χώρας τους.»

«Πρέπει να μάθεις να μιλάς με τον εαυτό σου. Πρέπει να μάθεις να τον ακούς, να τον συμβουλεύεσαι, να του πας κόντρα. Ευτυχώς μου βγήκε σε καλό, θέλω να πιστεύω. Αλλά από το να εγκαταλείψω την οποιαδήποτε προσπάθεια, έβαλα τον εαυτό μου σε μια διαδικασία να θέσω ένα στόχο, να προσπαθήσω, κι ό,τι γίνει. Χαμένος δεν θα έβγαινα. Έτσι κι αλλιώς ήταν τόσο δύσκολες οι συνθήκες, που ουσιαστικά χαμένος ήμουν. Δεν είχε πιο κάτω να πάει. Είχα μόνο να κερδίσω, και τίποτα να χάσω.»

Και πώς ξεπέρασες αυτή την απομόνωση, για να βρεις την αυτοπεποίθηση;

«Όσοι με ξέρουν, βλέπουν άλλον Παναγιώτη Σπινεράκο στους αγώνες κι άλλον στις προπονήσεις. Γιατί είναι πολύ το άγχος στους αγώνες… Ίσως ο αγώνας στο Λουτράκι να ήταν ο πρώτος που είχα τόσο λίγο άγχος, και θαρρώ ότι βγήκε στο αποτέλεσμα. Όσοι με βλέπουν στις προπονήσεις, με ελάχιστα άτομα τριγύρω, βλέπουν άλλη οδήγηση – πιο επιθετική, με αυτοπεποίθηση, με καλύτερες γωνίες, με καλύτερες ταχύτητες. Στους αγώνες είναι αλλιώς, με χίλια άτομα να με κοιτάζουν, κι έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι πρέπει -γιατί το θέλω- να πάω καλά. Γιατί δεν θέλω η εμφάνισή μου να είναι ‘ο Παναγιώτης, το παιδάκι το διαφορετικό, το ανάπηρο, που συμμετέχει’. Θέλω η εμφάνισή μου να είναι τίμια και ανταγωνιστική.

Αυτό, εκτός από άγχος, σε φορτώνει και με πολύ μεγαλύτερη ευθύνη. Γιατί, θέλοντας και μη, εκπροσωπώ κάποιους ανθρώπους. Η προσπάθειά μου δεν είναι μόνο αγωνιστική – είναι περισσότεροι οι κοινωνικοί λόγοι της. Αν εγώ καταφέρω, μέσα από το χώρο αυτό, να κάνω τους ανθρώπους να μην αντιμετωπίζουν έναν άνθρωπο κινητικά ανάπηρο με οίκτο ή λύπηση, γιατί θα έχουν εμένα σαν εικόνα στο πίσω μέρος του μυαλού τους, που συναγωνίζομαι αρτιμελείς αντιπάλους οδηγώντας τίμια και ισάξια, θα αλλάξει και γενικότερα η εικόνα που έχει ο Έλληνας για τους ανθρώπους σαν εμένα.

Εγώ, μέσα από αυτή την προσπάθεια, δεν θέλω ούτε να βγάλω λεφτά, κανείς δεν βγάζει λεφτά, ούτε ψώνιο είμαι, ούτε τίποτα: θέλω μόνο να προσφέρω. Το λέω, και θα το λέω συνέχεια. Και στο logo που υπάρχει στο πίσω μου τζάμι, στις δύο λέξεις, το unable και το impossible, που σημαίνει ανίκανος και αδύνατο, αν σβήσεις τα πρώτα συνθετικά γίνεται ικανός και δυνατό. Αυτό είναι το μήνυμα: όταν θέλεις, και προσπαθείς πραγματικά, μπορείς να κάνεις το αδύνατο, δυνατό. Κι αυτό δεν είναι ένα μήνυμα μόνο για τους ανθρώπους με αναπηρία. Το να με βλέπει κάποιος και να σκέφτεται ότι ‘αφού μπορεί ο Σπινεράκος να ντριφτάρει, και το κάνει μόνο με χέρια, μπορώ κι εγώ’. Δεν θα με χαλάσει να το πει έτσι. Και να μπει κι αυτός στον μηχανοκίνητο, να έρθει κόσμος στον μηχανοκίνητο. Αν η προσπάθειά μου αυτή λειτουργήσει σαν κίνητρο, θα είμαι κερδισμένος.

Αγωνιστικά δεν πρόκειται ποτέ να πω ότι είμαι καλύτερος, ότι τους κέρδισα κ.τ.λ. Προσπαθούσα κάθε φορά να είμαι καλύτερος από τον εαυτό μου. Τώρα, το να συμμετέχω σ’ αυτό το πρωτάθλημα, που όλοι είναι αρτιμελείς κι εγώ εκπροσωπώ τη μόνο-χέρια οδήγηση, και να φτάνω σε αυτό το αποτέλεσμα αξιοκρατικά, θαρρώ ότι κάνει το σύνολο της προσπάθειας και την επιτυχία ακόμα μεγαλύτερη. Αντικειμενικά ήταν πολύ πιο δύσκολο για μένα, με ένα αυτοκίνητο που δεν μπορείς να κάνεις χρήση του χειρόφρενου ανά πάσα στιγμή για να κάνεις διορθώσεις μέσα στο πέρασμα και δεν έχεις τη χρήση του συμπλέκτη. Αυτό σημαίνει ότι τα περάσματα πρέπει να είναι απ’ την αρχή μέχρι τέλους σωστά.

Μεγάλο κέρδος, και δικαίωση, επίσης, είναι να παίρνω μηνύματα στη σελίδα [του facebook] που έχω φτιάξει. Μου ήρθε ένα μήνυμα από έναν Πορτογάλο, που μου είπε ότι έμεινε εδώ και δύο χρόνια ανάπηρος με μηχανή και δεν είχε μπει καν στη διαδικασία να σκεφτεί ότι μπορούσε να οδηγήσει και μου είπε ‘είδα εσένα που ντριφτάρεις και θα ξεκινήσω τις διαδικασίες για να οδηγήσω κι εγώ. Δυο χρόνια τώρα με μεταφέρουν άλλοι, δεν έχω οδηγήσει ξανά. Αλλά βλέποντας εσένα θα ξεκινήσω’ και μου ζήτησε φωτογραφίες με τη μετατροπή κ.λπ. να κάνει κάτι αντίστοιχο. Αυτό είναι για μένα το μεγαλύτερο κέρδος. Όπως με βοηθούν εμένα κάποιοι άνθρωποι, βοηθούν κι εκείνοι και εγώ άλλους ανθρώπους. Είναι δούναι και λαβείν. Και πιστεύω πολύ σ’ αυτό.»

Αν κάποιος έχει περάσει τόσες δυσκολίες στη ζωή του, το όραμα είναι κάτι απαραίτητο για να ακουμπήσει πάνω του;

«Ναι. Να σου πω κάτι; Είναι δίκοπο μαχαίρι. Έχεις δύο επιλογές. Ή προχωράς, με όραμα και στόχους και παλεύεις για σένα και βοηθώντας τον εαυτό σου βοηθάς κι άλλους ανθρώπους. Ή αυτοκτονείς εγκεφαλικά, μιζεριάζεις, απαιτείς, δεν κάνεις τίποτα, και λες ότι ο θεός σου χρωστάει και μου χρωστάτε όλοι τριγύρω και γίνεσαι ένας κακός ανάπηρος. Εντάξει, έγινε λάθος στο χειρουργείο – δεν μου χρωστάει κανένας. Λάθη μπορούν να γίνουν ανά πάσα στιγμή. Δεν σου χρωστάει κανένας τίποτα. Ούτε ο θεός, ούτε το σύμπαν, ούτε κανένας. Όλα είναι μέσα στο πρόγραμμα, μέσα στο παιχνίδι της ζωής.

Άρα, το θέμα είναι πώς το διαχειρίζεσαι, από εκεί και πέρα. Θα μπορούσα, στα 13 μου, να πω στους γονείς μου ‘κοιτάξτε, εσείς φταίτε, που με πήγατε σε αυτόν το γιατρό, ταΐστε με μια ζωή, δεν θα κάνω τίποτα, θα μου τα έχετε όλα έτοιμα’ και να κάθομαι στο σπιτάκι μου και να είμαι ένας κακός ανάπηρος. Και να μην με θέλουν ούτε οι δικοί μου άνθρωποι. Εγώ το είδα από την άλλη πλευρά: να είμαι όσο πιο αυτόνομος είναι δυνατόν, να μην γίνομαι βάρος στην οικογένεια. Πήγαινα σχολείο και δούλευα, παράλληλα, για τα έξοδά μου, και ακόμα και στα διαστήματα που δεν δούλευα δεν καταδεχόμουν να πάρω λεφτά από τους γονείς μου, γιατί ήθελα να είμαι αυτόνομος και να μην τους επιβαρύνω. Έτσι, εξέλιξα τη ζωή μου με κάποιο όραμα και κάποιους στόχους, για να βοηθήσω και κάποιους άλλους ανθρώπους.»

Πόσο δύσκολο ήταν να κάνεις την υπέρβαση αυτή;

«Πολύ. Έγινε υπό πολύ δύσκολες συνθήκες. Στα προβλήματα υγείας που σου έλεγα μεταξύ 26 και 31 ετών περίπου, δύο φορές σε αυτό το διάστημα μου είπαν ότι θα έχανα τη ζωή μου. Σχεδόν ανά τρεις μήνες, έμενα δύο μήνες ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κάνοντας χειρουργικούς καθαρισμούς στα πόδια. Έμενα μπρούμητα και σε ακινησία, για να αναρρώσω. Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσαι, είχα πολύ χρόνο να τα πω με τον εαυτό μου. Και πρέπει να μάθεις να μιλάς με τον εαυτό σου. Πρέπει να μάθεις να τον ακούς, να τον συμβουλεύεσαι, να του πας κόντρα. Ευτυχώς μου βγήκε σε καλό, θέλω να πιστεύω. Αλλά από το να εγκαταλείψω την οποιαδήποτε προσπάθεια, έβαλα τον εαυτό μου σε μια διαδικασία να θέσω ένα στόχο, να προσπαθήσω, κι ό,τι γίνει. Χαμένος δεν θα έβγαινα. Έτσι κι αλλιώς ήταν τόσο δύσκολες οι συνθήκες, που ουσιαστικά χαμένος ήμουν. Δεν είχε πιο κάτω να πάει. Είχα μόνο να κερδίσω, και τίποτα να χάσω.

Ίσως όμως και να ήταν μια ψευδαίσθηση, κάτι ουτοπικό, όταν δεν ήξερα καν αν θα ζήσω, ή αν θα είχα τη λεκάνη μου κι αν θα οδηγούσα ξανά. Ίσως ήταν ένα ροζ συννεφάκι, ότι θα γινόμουν οδηγός αγώνων. Διότι ο στόχος μου δεν ήταν να ζωγραφίζω – το είχα πάει εντελώς στο άκρο. Ίσως να ήταν ουτοπικό, ότι ‘μεγάλε, έχεις κάνει τόσο ακραία όνειρα που είναι χαμένο ήδη το παιχνίδι, αλλά το προσπάθησες’. Είναι πολύ περίεργη η ψυχολογία όταν είσαι σε τέτοιες συνθήκες. Τελικά μου βγήκε, και χαίρομαι που μου βγήκε. Πραγματικά χαίρομαι! Και βλέπω και πολλούς ανθρώπους που ειλικρινά χαίρονται για μένα. Κι αν μεγαλώσω, γεράσω, και ξέρω ότι έχω βοηθήσει έστω κι έναν άνθρωπο, θα σημαίνει ότι είχα μια πετυχημένη ζωή. Κι έτσι αξίζει, ρε γαμώτο, να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια.»

Πώς θέλεις να συνεχιστεί, ποιά είναι τα πλάνα σου για το μέλλον;

«Για να φτιαχτεί ένα αυτοκίνητο κατ’ αρχάς και για διπλά περάσματα (σ.σ.: κατηγορία Pro), θα πρέπει να λυθούν κάποια τεχνικά θεματάκια σχετικά με τη χρήση του χειροφρένου. Γιατί ειδικά στο διπλό πέρασμα πρέπει να φρενάρεις το αυτοκίνητο με χειρόφρενο – μπορεί να χρειαστεί να φρενάρεις και δέκα φορές ανά πέρασμα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να έχω ένα πολύ καλό σασμάν, ένα πολύ καλό από θέμα ηλεκτρονικών σειριακού τύπου, που σημαίνει ότι ακριβαίνει το πρότζεκτ και πρέπει να βρεις το σωστό σασμάν. Χρειάζεσαι ένα μοτέρ με πολλή ροπή, κι από εκεί και πέρα έχω βρει κατά 80 τοις εκατό το στήσιμο που μου ταιριάζει και με βολεύει. Άρα, πάμε σε μια ακριβή επιλογή μοτέρ-σασμάν. Υπάρχουν 3-4 επιλογές, και θα δούμε από τα οικονομικά. Θέλω να φτιάξω πρώτα την καρότσα, να είναι έτοιμη, για τις προδιαγραφές και για τα διπλά περάσματα και για τις Αναβάσεις, στην κατηγορία Drift. Διότι τη Ριτσώνα, επειδή είμαι από τη Χαλκίδα, την έχω μέσα στην καρδιά μου.

Αυτή η σκέψη, για Drift σε Αναβάσεις, μου είχε μπει από τότε που είχε έρθει η Orange Team στη Ριτσώνα και είχε γίνει χαμός. Αν καταφέρω και κάνω Drift μια Ριτσώνα και μια Κύμη, θα είμαι υπέρ-ευχαριστημένος. Και πάλι, χωρίς συναγωνισμό, αλλά για τον κόσμο. Συν ότι θα είναι καλό και για τους συντοπίτες μου, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν έχουν καταλάβει ακόμα τι κάνω.»

Νωρίτερα φέτος μου είχες πει ότι αυτή τη χρονιά θα τα έπαιζες όλα για όλα. Βγήκες νικητής σε αυτό. Η κατάκτηση του τίτλου θα σε βοηθήσει για το μέλλον;

«Σίγουρα ένας τέτοιος τίτλος είναι ένα δυνατό ‘χαρτί’ για να ζητήσεις βοήθειες και χορηγίες, για να το πούμε κυνικά και ρεαλιστικά. Θέλω να πιστεύω ότι θα βοηθήσει, γιατί έτσι κι αλλιώς θέλω στο μέλλον να πάω στην κατηγορία Pro η οποία αυτή τη στιγμή για μένα είναι απαγορευτική, και οικονομικά και λόγω αυτοκινήτου. Όπως είπα κοιτάζω ήδη για αυτοκίνητο, οπότε οποιαδήποτε μορφή χορηγίας ή βοήθειας είναι πολύτιμη. Του χρόνου, λοιπόν, θα τρέχω στη Street Legal, και παράλληλα θα ετοιμάζω το άλλο αυτοκίνητο με ό,τι χρήματα περισσεύουν για να είναι ανταγωνιστικό, αλλά πάνω απ’ όλα σωστό και λειτουργικό. Διότι αυτό που έχω τώρα με τα προβλήματά του στο χειρόφρενο και το συμπλέκτη θα είναι λίγο επικίνδυνο για τα διπλά περάσματα, και για μένα και για τους συναθλητές μου.»

Με ποια φράση θα ήθελες να κλείσεις αυτή την αγωνιστική χρονιά;

«Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους απλούς ανθρώπους που ήταν δίπλα μου, με τα μηνύματά τους, στη μεγάλη μου ταλαιπωρία με τα χειρουργεία. Και όσοι γουστάρουν να είναι δίπλα μου, είναι ευπρόσδεκτοι.»


Συνέντευξη – Επιμέλεια: Παναγιώτης Διαμάντης, Φωτογραφίες: Π.Δ. / Gio Del Sol / Tomas Katsakioris / Theodor Petrou Photography / Darkroom Project / KIZ Photography / ID Papas / Κωνσταντίνος Δαλάκας


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s